βαριεστίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαριεστίζω < βαζγεστίζω < τουρκική vazgeçtim, αόριστος του ρήματος vazgeçmek (εγκαταλείπω, γυρίζω πίσω) < περσική باز (baz, πίσω, στα σύνθετα ρήματα) + τουρκική geçmek (γυρίζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βαριεστίζω και βαριεστώ

  • αισθάνομαι ανία, πλήξη, κούραση, για να κάνω κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]