βαριεστημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαριεστημένος βαριεστημένη βαριεστημένο
γενική βαριεστημένου βαριεστημένης βαριεστημένου
αιτιατική βαριεστημένο βαριεστημένη βαριεστημένο
κλητική βαριεστημένε βαριεστημένη βαριεστημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαριεστημένοι βαριεστημένες βαριεστημένα
γενική βαριεστημένων βαριεστημένων βαριεστημένων
αιτιατική βαριεστημένους βαριεστημένες βαριεστημένα
κλητική βαριεστημένοι βαριεστημένες βαριεστημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαριεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαριεστάω, βαριεστώ και βαριεστίζω αλλά και του βαριέμαι

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.ɾjɛ.stiˈmɛ.nɔs/

Μετοχή[επεξεργασία]

βαριεστημένος -η -ο αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]