βαριεστημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαριεστημένος βαριεστημένη βαριεστημένο
γενική βαριεστημένου βαριεστημένης βαριεστημένου
αιτιατική βαριεστημένο βαριεστημένη βαριεστημένο
κλητική βαριεστημένε βαριεστημένη βαριεστημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαριεστημένοι βαριεστημένες βαριεστημένα
γενική βαριεστημένων βαριεστημένων βαριεστημένων
αιτιατική βαριεστημένους βαριεστημένες βαριεστημένα
κλητική βαριεστημένοι βαριεστημένες βαριεστημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαριεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαριεστάω, βαριεστώ και βαριεστίζω αλλά και του βαριέμαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.ɾjɛ.stiˈmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

βαριεστημένος -η -ο αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]