βαρυτοαδρανειακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαρυτοαδρανειακός βαρυτοαδρανειακή βαρυτοαδρανειακό
γενική βαρυτοαδρανειακού βαρυτοαδρανειακής βαρυτοαδρανειακού
αιτιατική βαρυτοαδρανειακό βαρυτοαδρανειακή βαρυτοαδρανειακό
κλητική βαρυτοαδρανειακέ βαρυτοαδρανειακή βαρυτοαδρανειακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαρυτοαδρανειακοί βαρυτοαδρανειακές βαρυτοαδρανειακά
γενική βαρυτοαδρανειακών βαρυτοαδρανειακών βαρυτοαδρανειακών
αιτιατική βαρυτοαδρανειακούς βαρυτοαδρανειακές βαρυτοαδρανειακά
κλητική βαρυτοαδρανειακοί βαρυτοαδρανειακές βαρυτοαδρανειακά

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βαρυτοαδρανειακός (el) αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο και βαρυτοαδράνειος, αδρανοβαρυτικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]