Μετάβαση στο περιεχόμενο

βαρύθυμος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βαρύθυμος η βαρύθυμη το βαρύθυμο
      γενική του βαρύθυμου της βαρύθυμης του βαρύθυμου
    αιτιατική τον βαρύθυμο τη βαρύθυμη το βαρύθυμο
     κλητική βαρύθυμε βαρύθυμη βαρύθυμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βαρύθυμοι οι βαρύθυμες τα βαρύθυμα
      γενική των βαρύθυμων των βαρύθυμων των βαρύθυμων
    αιτιατική τους βαρύθυμους τις βαρύθυμες τα βαρύθυμα
     κλητική βαρύθυμοι βαρύθυμες βαρύθυμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βαρύθυμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βαρύθυμος < βαρύ- + θυμός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vaˈɾi.θi.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βαρύθυμος

Επίθετο

[επεξεργασία]

βαρύθυμος, -η, -ο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βαρύθυμος < βαρύ- + θυμός

Επίθετο

[επεξεργασία]

βαρύθυμος, -ος, -ον