Μετάβαση στο περιεχόμενο

βαρών

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: βαρῶν, Βάρρων

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vaˈɾon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βαρών

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

βαρών ουδέτερο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βαρών οἱ βαρῶνες
      γενική τοῦ βαρῶνος τῶν βαρώνων
      δοτική τῷ βαρῶνι τοῖς βαρῶσι(ν)
    αιτιατική τὸν βαρῶνα τοὺς βαρῶνας
     κλητική ! βαρών βαρῶνες
3η κλίση, Κατηγορία 'χειμών' όπως «χειμών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
βαρών: μαρτυρείται από το 1841,[1] (ενώ είχε προηγηθεί το 1782 η μορφή βαρόνος με όμικρον)  δείτε περισσότερα στα βαρώνος και βαρόνος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βαρών, -ῶνος (καθαρεύουσα)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βαρών, σελ.206, Τόμος Α΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)