βαρών
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vaˈɾon/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βα‐ρών
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]βαρών ουδέτερο
- γενική πληθυντικού του βάρος
- παλιότερη γραφή: βαρῶν
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | βαρών | οἱ | βαρῶνες | ||||
| γενική | τοῦ | βαρῶνος | τῶν | βαρώνων | ||||
| δοτική | τῷ | βαρῶνι | τοῖς | βαρῶσι(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸν | βαρῶνα | τοὺς | βαρῶνας | ||||
| κλητική ὦ! | βαρών | βαρῶνες | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'χειμών' όπως «χειμών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βαρών, -ῶνος (καθαρεύουσα)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βαρών, σελ.206, Τόμος Α΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)