βασίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασίζω < βάση + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βασίζω, πρτ.: βάσιζα, στ.μέλλ.: θα βασίσω, αόρ.: βάσισα, παθ.φωνή: βασίζομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: βασισμένος

  1. χρησιμοποιώ κάτι ως βάση, αφετηρία ή στήριγμα για περαιτέρω ενέργειες
    ο συνήγορος έχει βασίσει όλη την υπεράσπιση πάνω στη μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]