βασίλισσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βασίλισσα οι βασίλισσες
      γενική της βασίλισσας των βασιλισσών
    αιτιατική τη βασίλισσα τις βασίλισσες
     κλητική βασίλισσα βασίλισσες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασίλισσα < βασιλιάς + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.ˈsi.li.sa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βασίλισσα θηλυκό

  1. γυναίκα που ασκεί τη βασιλική εξουσία
  2. η σύζυγος του βασιλιά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]