βασανίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασανίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος βασανίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βασανίζομαι, παρατ.: βασανιζόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα βασανιστώ, αόρ.: βασανίστηκα , μτχ.π.π.: βασανισμένος

  1. υφίσταμαι βασανιστήρια
  2. ταλαιπωρούμαι ψυχικά ή σωματικά, παιδεύομαι
    μη βασανίζεσαι άλλο μ' αυτό το παλιοαυτοκίνητο, πούλα το να ησυχάσεις


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]