βασανίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βασανίζω < αρχαία ελληνική βασανίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /va.sa.ˈni.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

βασανίζω, παρατ.: βασάνιζα, στιγμ. μέλλ.: θα βασανίσω, αόρ.: βασάνισα , παθ.φωνή: βασανίζομαι , μτχ.π.π.: βασανισμένος

  1. ταλαιπωρώ κάποιον, τον παιδεύω
  2. υποβάλλω κάποιον σε σωματικά ή ψυχικά βασανιστήρια με σκοπό να του προκαλέσω πόνο
  3. υποβάλλω ένα πνευματικό δημιούργημα σε εξαντλητικό έλεγχο (σε διανοητική βάσανο) πριν το θεωρήσω ολοκληρωμένο

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]