βασανισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο βασανισμός οι βασανισμοί
γενική του βασανισμού των βασανισμών
αιτιατική τον βασανισμό τους βασανισμούς
κλητική βασανισμέ βασανισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασανισμός < αρχαία ελληνική βασανισμός < βασανίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βασανισμός αρσενικό

  1. η ενέργεια του βασανίζω, το βασανιστήριο
    η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε βασανισμούς κρατουμένων στις φυλακές αυτής της χώρας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]