βασανιστικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]βασανιστικά < βασανιστικός
Επίρρημα
[επεξεργασία]βασανιστικά
- με βασανιστικό τρόπο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βασανιστικά
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]βασανιστικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασανιστικό