βασεόφιλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | βασεόφιλα | ||
| γενική | των | βασεόφιλων | ||
| αιτιατική | τα | βασεόφιλα | ||
| κλητική | βασεόφιλα | |||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βασεόφιλα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική basophiles ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική basophils < αρχαία ελληνική βάσις + φίλος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βασεόφιλα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- (βιολογία, ιατρική) ένας από τους τρεις τύπους κοκκιοκυττάρων του αίματος· σπάνια λευκοκύτταρα που φέρουν μεγάλα κοκκία, τα οποία απελευθερώνουν ουσίες όπως η ισταμίνη και η ηπαρίνη, παίζοντας ρόλο σε αλλεργικές αντιδράσεις και στη ρύθμιση της φλεγμονής
Συγγενικά
[επεξεργασία]- βασεόφιλος
- → δείτε τις λέξεις βάση και φίλος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βασεόφιλος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)