βασιλεύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασιλεύς < αρχαία ελληνική βασιλεύς < πρωτοελληνική *gʷatiléus < προελληνική (απαντάται και στις πινακίδες της Γραμμικής Β' ως 𐀣𐀯𐀩𐀄 (qa-si-re-u), με χειλοϋπερωικό φθόγγο αντί του αρχικού χειλικού β)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βασιλεύς αρσενικό