βασιλεύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
βᾰσῐλευ-
ονομαστική βασιλεύς οἱ βασιλεῖς βασιλῆς*
      γενική τοῦ βασιλέως τῶν βασιλέων
      δοτική τῷ βασιλεῖ τοῖς βασιλεῦσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν βασιλέ τοὺς βασιλέᾱς
     κλητική ! βασιλεῦ βασιλεῖς βασιλῆς*
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βασιλ1 βασιλεῖ2
γεν-δοτ τοῖν  βασιλέοιν
* μεταγενέστερο
1 όπως στη Γραμματική του Smyth
2 όπως στη Γραμματική Γυμνασίου-Λυκείου Οικονόμου.
3η κλίση, Κατηγορία όπως «βασιλεύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

βασιλεύς < πρωτοελληνική *gʷatiléus < προελληνική. Συγγενής η μυκηναϊκή 𐀣𐀯𐀩𐀄 (qa-si-re-u) (με χειλοϋπερωικό φθόγγο αντί του αρχικού χειλικού β)

Ουσιαστικό

βασιλεύς αρσενικό

Πηγές