βασιλεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασιλεύω είμαι βασιλιάς < αρχαία ελληνική βασιλεύω
δύω < ελληνιστική κοινή. Δείτε και βασιλεύς, βασιλιάς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.si.lɛ.ˈvɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βασιλεύω, πρτ.: βασίλευα, στ.μέλλ.: θα βασιλέψω, αόρ.: βασίλεψα/εβασίλευσα, μτχ.π.π.: βασιλεμένος, μτχ παθ. εν. βασιλευόμενος

  1. είμαι ο βασιλιάς μιας χώρας και την κυβερνώ
  2. (για τον ήλιο) δύω
  3. (μεταφορικά) για κάποιον που νυστάζει
    βασίλεψαν τα ματάκια του
  4. (μεταφορικά) παρακμάζω

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]