Μετάβαση στο περιεχόμενο

βασιλοπούλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βασιλοπούλα οι βασιλοπούλες
      γενική της βασιλοπούλας
    αιτιατική τη βασιλοπούλα τις βασιλοπούλες
     κλητική βασιλοπούλα βασιλοπούλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βασιλοπούλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βασιλοπούλα[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε βασιλόπουλο + κατάληξη θηλυκού .

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /va.si.loˈpu.la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βασιλοπούλα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βασιλοπούλα θηλυκό (αρσενικό βασιλόπουλο)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βασιλόπουλο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)