βασιλόφρονας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βασιλόφρων
βασιλόφρονας
η βασιλόφρων το βασιλόφρον
      γενική του βασιλόφρονος
βασιλόφρονα
της βασιλόφρονος του βασιλόφρονος
    αιτιατική τον βασιλόφρονα τη βασιλόφρονα το βασιλόφρον
     κλητική βασιλόφρων
βασιλόφρονα
βασιλόφρων βασιλόφρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βασιλόφρονες οι βασιλόφρονες τα βασιλόφρονα
      γενική των βασιλοφρόνων των βασιλοφρόνων των βασιλοφρόνων
    αιτιατική τους βασιλόφρονες τις βασιλόφρονες τα βασιλόφρονα
     κλητική βασιλόφρονες βασιλόφρονες βασιλόφρονα
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
Κατηγορία όπως «μετριόφρονας» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασιλόφρονας < βασιλόφρ(ων) + -ονας, από την αιτιατική σε -ονα
και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου βασιλόφρονας και θηλυκό

Επίθετο[επεξεργασία]

βασιλόφρονας, -ων, -ον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η βασιλόφρονας οι βασιλόφρονες
      γενική του
του/της
βασιλόφρονα
βασιλόφρονος
των βασιλοφρόνων
    αιτιατική τον/τη βασιλόφρονα τους/τις βασιλόφρονες
     κλητική βασιλόφρονα βασιλόφρονες
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Κατηγορία όπως «επιστήμονας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

βασιλόφρονας αρσενικό ή θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]