βασιλόφρων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βασιλόφρων /
βασιλόφρονας
βασιλόφρων βασιλόφρον
γενική βασιλόφρονος /
βασιλόφρονα
βασιλόφρονος βασιλόφρονος
αιτιατική βασιλόφρονα βασιλόφρονα βασιλόφρον
κλητική βασιλόφρων βασιλόφρων βασιλόφρον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βασιλόφρονες βασιλόφρονες βασιλόφρονα
γενική βασιλοφρόνων βασιλοφρόνων βασιλοφρόνων
αιτιατική βασιλόφρονες βασιλόφρονες βασιλόφρονα
κλητική βασιλόφρονες βασιλόφρονες βασιλόφρονα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασιλόφρων < βασιλο- + -φρων (πρβλ. φρονώ, φρένες)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βασιλόφρων -ων -ον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βασιλόφρων αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]