βασισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βασισμένος βασισμένη βασισμένο
γενική βασισμένου βασισμένης βασισμένου
αιτιατική βασισμένο βασισμένη βασισμένο
κλητική βασισμένε βασισμένη βασισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βασισμένοι βασισμένες βασισμένα
γενική βασισμένων βασισμένων βασισμένων
αιτιατική βασισμένους βασισμένες βασισμένα
κλητική βασισμένοι βασισμένες βασισμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βασίζω

Μετοχή[επεξεργασία]

βασισμένος, -η, -ο

  1. που έχει βασιστεί πάνω σε κάτι άλλο (συνήθως για πνευματικό-καλλιτεχνικό έργο)
    η τανία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα ...


Μεταφράσεις[επεξεργασία]