βαστάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαστάζω < αρχαία ελληνική βαστάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βαστάζω

  1. δείτε τη λέξη: βαστώ



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαστάζω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βαστάζω

  1. φέρω, μεταφέρω, κρατώ, βαστώ
  2. έχω στο μυαλό μου, σκέφτομαι
  3. (ποιητικό) αγγίζω
  4. αντέχω, βαστώ
  5. κλέβω

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883