βατραχάνθρωπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βατραχάνθρωπος βατραχάνθρωποι
γενική βατραχανθρώπου
& βατραχάνθρωπου
βατραχανθρώπων
& βατραχάνθρωπων
αιτιατική βατραχάνθρωπο βατραχανθρώπους
& βατραχάνθρωπους
κλητική βατραχάνθρωπε βατραχάνθρωποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βατραχάνθρωπος < βάτραχος +άνθρωπος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική frogman
Αμερικανοί βατραχάνθρωποι σε άσκηση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βατραχάνθρωπος αρσενικό

  1. δύτης που φορά ελαστική στολή και φέρει φιάλη οξυγόνου
  2. καταδρομέας, μέλος ομάδας υποβρυχίων καταστροφών (Ο.Υ.Κ.)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]