βατός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : βάτος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βατός βατή βατό
γενική βατού βατής βατού
αιτιατική βατό βατή βατό
κλητική βατέ βατή βατό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βατοί βατές βατά
γενική βατών βατών βατών
αιτιατική βατούς βατές βατά
κλητική βατοί βατές βατά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βατός < (λόγιο) < αρχαία ελληνική βατός < βαίνω + -τός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vaˈtɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βατός, -ή, -ό

  1. (για τόπο) που μπορεί κανείς να τον διαβεί
  2. (μεταφορικά) που μπορεί κανείς να τον αντιμετωπίσει, να τον καταλάβει, σχετικά εύκολος
    τα θέματα των εξετάσεων ήταν βατά

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βατός βατή βατόν βατοί βαταί βατά
Γενική βατοῦ βατῆς βατοῦ βατῶν βατῶν βατῶν
Δοτική βατῷ βατῇ βατῷ βατοῖς βαταῖς βατοῖς
Αιτιατική βατόν βατήν βατόν βατούς βατάς βατά
Κλητική βατέ βατή βατόν βατοί βαταί βατά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βατώ βατά
Γενική-Δοτική βατοῖν βαταῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βατός < βαίνω + -τός → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βᾰτός, -ή, -όν

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]