βαυκάλημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βαυκάλημα τα βαυκαλήματα
      γενική του βαυκαλήματος των βαυκαλημάτων
    αιτιατική το βαυκάλημα τα βαυκαλήματα
     κλητική βαυκάλημα βαυκαλήματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαυκάλημα < ελληνιστική κοινή βαυκάλημα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαυκάλημα ουδέτερο

  1. (παρωχημένο, δημοτική) νανούρισμα
  2. απατηλή υπόσχεση, αβάσιμη ελπίδα, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βαυκαλίζω
     συνώνυμα: βαυκάλισμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική βαυκάλημα βαυκαλήματε βαυκαλήματα
Γενική βαυκαλήματος βαυκαλημάτοιν βαυκαλημάτων
Δοτική βαυκαλήματι βαυκαλημάτοιν βαυκαλήμασι
Αιτιατική βαυκάλημα βαυκαλήματε βαυκαλήματα
Κλητική βαυκάλημα βαυκαλήματε βαυκαλήματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαυκάλημα < βαυκαλάω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαυκάλημα [ᾰ, ᾰ] ουδέτερο ελληνιστική κοινή

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]