Μετάβαση στο περιεχόμενο

βαφή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βαφή οι βαφές
      γενική της βαφής των βαφών
    αιτιατική τη βαφή τις βαφές
     κλητική βαφή βαφές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βαφή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βαφή.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vaˈfi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βαφή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βαφή θηλυκό

  1. η ενέργεια του βάφω, το βάψιμο
  2. χρώμα που χρησιμοποιείται για να βάψουμε κάτι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βαφή αἱ βαφαί
      γενική τῆς βαφῆς τῶν βαφῶν
      δοτική τῇ βαφ ταῖς βαφαῖς
    αιτιατική τὴν βαφήν τὰς βαφᾱ́ς
     κλητική ! βαφή βαφαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βαφᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  βαφαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βαφή < βάπτω + .

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ba.pʰɛ̌ː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: βαφή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βαφή, -ῆς θηλυκό

  1. βύθισμα πυρακτωμένου σιδήρου σε νερό
  2. (κατ’ επέκταση) σκλήρυνση που επιτυγχάνεται τοιουτοτρόπως
  3. βούτηγμα σε βαφή, βάψιμο, χρωμάτισμα
  4. (κατ’ επέκταση) το ίδιο το χρώμα

Παράγωγα

[επεξεργασία]