βαφή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βαφή | οι | βαφές |
| γενική | της | βαφής | των | βαφών |
| αιτιατική | τη | βαφή | τις | βαφές |
| κλητική | βαφή | βαφές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βαφή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βαφή.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vaˈfi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βα‐φή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βαφή θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βαφή
|
Πηγές
[επεξεργασία]- βαφή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- βαφή - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | βαφή | αἱ | βαφαί |
| γενική | τῆς | βαφῆς | τῶν | βαφῶν |
| δοτική | τῇ | βαφῇ | ταῖς | βαφαῖς |
| αιτιατική | τὴν | βαφήν | τὰς | βαφᾱ́ς |
| κλητική ὦ! | βαφή | βαφαί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βαφᾱ́ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βαφαῖν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ba.pʰɛ̌ː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βα‐φή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βαφή, -ῆς θηλυκό
- βύθισμα πυρακτωμένου σιδήρου σε νερό
- (κατ’ επέκταση) σκλήρυνση που επιτυγχάνεται τοιουτοτρόπως
- βούτηγμα σε βαφή, βάψιμο, χρωμάτισμα
- (κατ’ επέκταση) το ίδιο το χρώμα
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βαφή - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βαφή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)