βαφικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βαφικός βαφική βαφικό
γενική βαφικού βαφικής βαφικού
αιτιατική βαφικό βαφική βαφικό
κλητική βαφικέ βαφική βαφικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαφικοί βαφικές βαφικά
γενική βαφικών βαφικών βαφικών
αιτιατική βαφικούς βαφικές βαφικά
κλητική βαφικοί βαφικές βαφικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαφικός < ελληνιστική κοινή βαφικός < αρχαία ελληνική βαφή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βαφικός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με τη βαφή, αναφέρεται σ’ αυτή ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί γι’ αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) τα βαφικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]