βεβαιότατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βεβαιότατος η βεβαιότατη το βεβαιότατο
      γενική του βεβαιότατου της βεβαιότατης του βεβαιότατου
    αιτιατική τον βεβαιότατο τη βεβαιότατη το βεβαιότατο
     κλητική βεβαιότατε βεβαιότατη βεβαιότατο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βεβαιότατοι οι βεβαιότατες τα βεβαιότατα
      γενική των βεβαιότατων των βεβαιότατων των βεβαιότατων
    αιτιατική τους βεβαιότατους τις βεβαιότατες τα βεβαιότατα
     κλητική βεβαιότατοι βεβαιότατες βεβαιότατα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεβαιότατος < υπερθετικός βαθμός του βέβαιος + -ότατος

Επίθετο[επεξεργασία]

βεβαιότατος, βεβαιότατη (βεβαιοτάτη), βεβαιότατο

  1. απόλυτα βέβαιος, εκατό τοις εκατό σίγουρος
    —Την είδες με τα μάτια σου; Είσαι βέβαιος; —Βεβαιότατος!

Μεταφράσεις[επεξεργασία]