βεβαιότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βεβαιότητα βεβαιότητες
γενική βεβαιότητας βεβαιοτήτων
αιτιατική βεβαιότητα βεβαιότητες
κλητική βεβαιότητα βεβαιότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βεβαιότητα < αρχαία ελληνική βεβαιότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βεβαιότητα θηλυκό

  1. το να είναι κανείς βέβαιος για κάτι, να μην έχει αμφιβολίες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σιγουριά, πεποίθηση
  2. κάτι που θεωρείται βέβαιο

32πχ Μεταφράσεις[]