βελάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βελάζω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

βελάζω

  • (για πρόβατο ή γίδα/κατσίκα) κάνω τη χαρακτηριστική κραυγή μπεε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]