βελονοθήκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βελονοθήκη βελονοθήκες
γενική βελονοθήκης βελονοθηκών
αιτιατική βελονοθήκη βελονοθήκες
κλητική βελονοθήκη βελονοθήκες
αντίγραφο μιας βελονοθήκης της εποχής των Βίκινγκ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βελονοθήκη < βελόνα + -ο- + θήκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βελονοθήκη θηλυκό

  1. μικρή θήκη για βελόνες, συνήθως φτιαγμένη από μέταλλο ή ύφασμα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]