βελουδόπαπια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βελουδόπαπια θηλυκό
- (πτηνό) είδος πάπιας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βελουδόπαπια
|
|
βελουδόπαπια θηλυκό
|
|