Μετάβαση στο περιεχόμενο

βελτιστοποιώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βελτιστοποιώ < βέλτιστος + -ποιώ

βελτιστοποιώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]