βελόνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: βελόνι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βελόνη βελόνες
γενική βελόνης βελονών
αιτιατική βελόνη βελόνες
κλητική βελόνη βελόνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βελόνη < αρχαία ελληνική βελόνη < βέλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷelos

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βελόνη θηλυκό

  1. (παρωχημένο) βελόνα
  2. (παρωχημένο) μαγνητική βελόνα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βελόνη βελόνα βελόναι
Γενική βελόνης βελόναιν βελονῶν
Δοτική βελόν βελόναιν βελόναις
Αιτιατική βελόνην βελόνα βελόνας
Κλητική βελόνη βελόνα βελόναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βελόνη < βέλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷelos

ασθενές θέμα του ρ, βάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βελόνη θηλυκό

  1. κάθε μυτερή αιχμή
  2. βελόνα
  3. (ιχθυολογία) ένα είδος οξύρρυγχου ψαριού, ζαργάνα
    Συνώνυμα: ῥαφίς