βενζίνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βενζίνα βενζίνες
γενική βενζίνας βενζινών
αιτιατική βενζίνα βενζίνες
κλητική βενζίνα βενζίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βενζίνα < ιταλική benzina

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βενζίνα θηλυκό

  1. η βενζίνη (το καύσιμο)
  2. μικρό σκάφος (μεγάλη βάρκα ή καΐκι) που κινείται με βενζινοκινητήρα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]