βεντάγια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βεντάγια βεντάγιες
γενική βεντάγιας βενταγιών
αιτιατική βεντάγια βεντάγιες
κλητική βεντάγια βεντάγιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεντάγια < λατινικά ventus = αέρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βεντάγια θηλυκό

  1. άλλη μορφή του βεντάλια.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]