βεντάλια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Vejir.JPG
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βεντάλια βεντάλιες
γενική βεντάλιας
αιτιατική βεντάλια βεντάλιες
κλητική βεντάλια βεντάλιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεντάλια < λατινική ventus (αέρας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βεντάλια θηλυκό

  1. πτυσσόμενο αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να κάνεις αέρα. Ανάλογα με τη χώρα προέλευσης, διαφέρει το σχήμα και τα υλικά κατασκευής. Συνηθέστερα η βάση είναι ξύλινη και το κυρίως σώμα υφασμάτινο
  2. οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα, πχ η ουρά του παγονιού

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]