βεντέμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

(Χρειάζεται τεκμηρίωση, αναφορές --sarri.greek (συζήτηση) 05:16, 10 Απριλίου 2019 (UTC))

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεντέμα < βενετική vendemma (συγκομιδή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βεντέμα θηλυκό

  • (κρητική διάλεκτος) πλούσια εσοδεία
  • εποχιακή μετακίνηση των αγγειοπλαστών από το Θραψανό με σκοπό την κατασκευή και πώληση πιθαριών