βεντούζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βεντούζα βεντούζες
γενική βεντούζας βεντουζών
αιτιατική βεντούζα βεντούζες
κλητική βεντούζα βεντούζες
Η γεν. πληθ. δύσχρηστη.
Λέγεται και βεντούζων
Βεντούζα(4) για τζάμια ή ψευδοροφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεντούζα < βενετική ventosa

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βεντούζα θηλυκό

  1. γυάλινο δοχείο που χρησιμοποιείται για να θερμαίνεται και να προσκολλάται στις πλάτες ασθενών με θεραπευτικό σκοπό
  2. η χρησιμοποίηση ενός τέτοιου (1) δοχείου
  3. γενικά κάθε ελαστικό αντικείμενο με ιδιαίτερο σχήμα που προσκολλάται σε επίπεδες επιφάνειες λόγω έλλειψης αέρα
  4. εργαλείο για μετακίνηση τζαμιών ή άλλων μεγάλων επίπεδων επιφανειών
  5. εργαλείο για απόφραξη υδραυλικών εγκαταστάσεων· μυζητικό αποφρακτικό αποχέτευσης
  6. όργανο μερικών ζώων που χρησιμοποιείται για προσκόλληση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μου κόλλησε σα βεντούζα: λέγεται για πολύ ενοχλητικό άνθρωπο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]