βερικοκέλαιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βερικοκέλαιο βερικοκέλαια
γενική βερικοκελαίου
& βερικοκέλαιου
βερικοκελαίων
& βερικοκέλαιων
αιτιατική βερικοκέλαιο βερικοκέλαια
κλητική βερικοκέλαιο βερικοκέλαια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βερικοκέλαιο < βερίκοκο (< ελληνιστική κοινή βερίκοκκον / βερικόκκιον < πραικόκκιον < λατινική praecox (persicum=πρώιμο περσικό/ροδάκινο) < prae + coquo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pekʷ-: μαγειρεύω) + έλαιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βερικοκέλαιο ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]