βερικόκκιον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βερικόκκιον βερικοκκίω βερικόκκια
Γενική βερικοκκίου βερικοκκίοιν βερικοκκίων
Δοτική βερικοκκί βερικοκκίοιν βερικοκκίοις
Αιτιατική βερικόκκιον βερικοκκίω βερικόκκια
Κλητική βερικόκκιον βερικοκκίω βερικόκκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βερικόκκιον < πραικόκκιον < λατινική praecox (persicum=πρώιμο περσικό/ροδάκινο) < prae + coquo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pekʷ- (μαγειρεύω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βερικόκκιον ουδέτερο

  1. (φρούτα) (ελληνιστική κοινή) βερίκοκο
  2. (βοτανική) (ελληνιστική κοινή) βερικοκιά
    Τῷ αὐτῷ μηνὶ ἐγκεντρίσεις ὅσα πρῶτα ἀνθεῖ, οἷον δωράκινα, δαμασκηνά, βερικόκκια, ἀμυγδαλέας, κερασέας. (Γεωπονικά, 3, 1, 4)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]