βερμπαλισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βερμπαλισμός βερμπαλισμοί
γενική βερμπαλισμού βερμπαλισμών
αιτιατική βερμπαλισμό βερμπαλισμούς
κλητική βερμπαλισμέ βερμπαλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βερμπαλισμός < γαλλική verbalisme < verbal < λατινική verbalis < verbum < πρωτοϊταλικά *werβom < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *werdʰom ‎(λέξη)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vεɾ.ba.li.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βερμπαλισμός αρσενικό

  1. η χρήση πομπωδών λέξεων και εκφράσεων χωρίς νόημα προς εντυπωσιασμό του ακροατηρίου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μεγαλοστομία, ρητορισμός
  2. η ακατάσχετη φλυαρία
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: λακωνισμός, περιεκτικότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]