βεσπάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βεσπάκι βεσπάκια
γενική
αιτιατική βεσπάκι βεσπάκια
κλητική βεσπάκι βεσπάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεσπάκι < βέσπα + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < ιταλική Vespa < vespa < λατινική vespa < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wobʰseh₂ ‎(σφήκα) < *webʰ- ‎(υφαίνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βεσπάκι ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε βέσπα