βεταΐνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βεταΐνη | οι | βεταΐνες |
| γενική | της | βεταΐνης | των | βεταϊνών |
| αιτιατική | τη | βεταΐνη | τις | βεταΐνες |
| κλητική | βεταΐνη | βεταΐνες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βεταΐνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική betaine < λατινική beta (παντζάρι) < κελτικής προέλευσης
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βεταΐνη θηλυκό
- (χημεία) οργανική ένωση που λειτουργεί ως δωρητής μεθυλομάδων σε βιοχημικές διεργασίες και συμβάλλει στη ρύθμιση της ωσμωτικότητας και του μεταβολισμού των κυττάρων
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Betaine στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από κελτικές γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)