βημόθυρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βημόθυρο τα βημόθυρα
      γενική του βημόθυρου των βημόθυρων
    αιτιατική το βημόθυρο τα βημόθυρα
     κλητική βημόθυρο βημόθυρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βημόθυρο < μεσαιωνική ελληνική βημόθυρον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βημόθυρο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]