βιαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βιαστικός βιαστική βιαστικό
γενική βιαστικού βιαστικής βιαστικού
αιτιατική βιαστικό βιαστική βιαστικό
κλητική βιαστικέ βιαστική βιαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βιαστικοί βιαστικές βιαστικά
γενική βιαστικών βιαστικών βιαστικών
αιτιατική βιαστικούς βιαστικές βιαστικά
κλητική βιαστικοί βιαστικές βιαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιαστικός < βιασ- (< βιάζω) + -τικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /via.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /via.sti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /via.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βιαστικός, -ή, -ό

  1. (για ανθρώπους) που βιάζεται, που σπεύδει, που δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του διαθέσιμο για να κάνει κάτι
    φεύγω τώρα, είμαι πολύ βιαστικός
  2. (για ενέργειες ή αποτελέσματα ενεργειών) γρήγορος
    έριξε μια βιαστική ματιά στο κείμενο πριν το παραδώσει
  3. που έγινε με βιασύνη και επομένως δεν είναι πολύ επιμελημένος ή προσεγμένος στις λεπτομέρειες ή στην εκτέλεση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επιπόλαιος, πρόχειρος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]