βιβλιοκάπηλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιβλιοκάπηλος βιβλιοκάπηλοι
γενική βιβλιοκαπήλου
& βιβλιοκάπηλου
βιβλιοκαπήλων
& βιβλιοκάπηλων
αιτιατική βιβλιοκάπηλο βιβλιοκαπήλους
& βιβλιοκάπηλους
κλητική βιβλιοκάπηλε βιβλιοκάπηλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιβλιοκάπηλος < ελληνιστική κοινή βιβλιοκάπηλος < βιβλίον + κάπηλος (< ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kap- (=λαμβάνω, παίρνω))

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιβλιοκάπηλος αρσενικό

  1. έμπορος βιβλίων (ειδικά άσεμνου ή επιλήψιμου περιεχομένου)
  2. αυτός που παράνομα ανατυπώνει και εμπορεύεται βιβλία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βιβλιοκλόπος, τυποκλόπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βιβλιοκάπηλος βιβλιοκαπήλω βιβλιοκάπηλοι
Γενική βιβλιοκαπήλου βιβλιοκαπήλοιν βιβλιοκαπήλων
Δοτική βιβλιοκαπήλ βιβλιοκαπήλοιν βιβλιοκαπήλοις
Αιτιατική βιβλιοκάπηλον βιβλιοκαπήλω βιβλιοκαπήλους
Κλητική βιβλιοκάπηλε βιβλιοκαπήλω βιβλιοκάπηλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιβλιοκάπηλος < βιβλίον + κάπηλος (< ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kap- (=λαμβάνω, παίρνω))

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιβλιοκάπηλος αρσενικό