βιβλιοχαρτοπωλείο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βιβλιοχαρτοπωλείο ουδέτερο
- κατάστημα όπου πωλούνται βιβλία, χαρτικά είδη και γραφική ύλη
- ※ Μόλις του έστελνε χρήματα από το χωριό ο πατέρας του, θα πήγαινε στο βιβλιοχαρτοπωλείο του Λιαναρίδη, θα αγόραζε μπλε κόλες και μ' αυτές θα έντυνε τα βιβλία (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- ※ Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά και ένιωσε ικανοποίηση και υπερηφάνεια για τον πατέρα της. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βιβλιοχαρτοπωλείο