βιδέλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βιδέλο είτε < (άμεσο δάνειο) ιταλική vitello [1] μέσω της βενετικής διαλέκτου (vedelo) με απλοποίηση της προφοράς του διπλού συμφώνου [ll] και της γραφής < λατινική vitellus. Δείτε και το αρχαίο ἔταλον.
- είτε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βιδέλο < βενετική vedelo. Περισσότερα στο μεσαιωνικό βιδέλο.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /viˈðe.lo/ στην κοινή νεοελληνική
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βιδέλο ουδέτερο
- (ιδιωματικό, ζώο) το μοσχάρι
- κατεργασμένο δέρμα του μοσχαριού
- ※ Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η ορολογία: Πετσί, καπροπέτσι, χοιρόπετσο, βιδέλο, βακέτα, μουζάκι, αιγόπετσο, προβιά, προβίδι, φόρθια, φτερνίτες, σουβλιά και σουβλόριζες, σουβλόξυλα και σουβλομάνικα, τανάλιες, κατσαμπρόκοι, καμάρα του πόδα, μήλα, γαμπάτσα
- Νίκος Ψιλάκης, Σ' ένα κρητικό στιβανάδικο, 11/122017 @alestake64.rssing.com
- ※ Να αντικαταστήσει .... τα ξελουριστήρια, τὸ ἀπαραίτητον αὐτὸ ὄργανον κάθε παπουτσῆ , μὲ τὸ προφυλακτήριον , τὸ κατσαπροκάκι μὲ τὴν σφενδόνην, τὸ καβέστρο μὲ τὴν κατόχην καὶ μὲ ἀνάλογον ἑλληνικὴν λέξιν τὰ κομματιαστά παπούτσια, τὰ κουμπωτά, τὰ σκιστά, τὶς μπότες , τὰ μποτίνια, τὶς σάνες , τους γκλασέδες, τοὺς σαγρέδες, τὰ σεβρά, τὰ βιδέλα, τὰ καραμάντουλα, τὶς τιράντες, τὶς μετζεσόλες, τὰ βάρδουλα, τὰ σουβλιά, τὶς μπρόκες, τὰ φαλτσέτα καὶ τὰ μασσάτια. (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 )
- ※ Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η ορολογία: Πετσί, καπροπέτσι, χοιρόπετσο, βιδέλο, βακέτα, μουζάκι, αιγόπετσο, προβιά, προβίδι, φόρθια, φτερνίτες, σουβλιά και σουβλόριζες, σουβλόξυλα και σουβλομάνικα, τανάλιες, κατσαμπρόκοι, καμάρα του πόδα, μήλα, γαμπάτσα
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]- βιδέλλο (παλιότερη, μη απλοποιημένη γραφή)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- βιδελάκι
- βιδελένιος
- βιδελίσιος / βιδελήσιος
- Όροι με βιδελ- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βιδέλο
|
→ δείτε τη λέξη μοσχάρι |
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 βιδέλλο - ⌘ Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (1933‑2022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)
Πηγές
[επεξεργασία]- βιδέλο σελ.1409 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)
- βιδέλο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Κασσωτάκης, Μιχάλης (2021). Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα: Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018) pdf σελ.233
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βιδέλο < (άμεσο δάνειο) βενετική vedelo[1] / vedèl[2] vedeło < λατινική vitellus. Συγγενή: οθωμανική τουρκική ودله (vedela) και δείτε vitellus#Descendants στο αγγλικό Βικιλεξικό.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βιδέλο ουδέτερο
- (ζώο) το βιδέλο, το μοσχάρι
- ※ 17ος αιώνας Μάρκος-Αντωνίος Φώσκολος, Φορτουνάτος, έμμετρη κωμωδία γραμμένη με ιταλικό αλφάβητο, Πράξη Ε', στίχ. 69 (69-70) @anemi.lib.uoc.gr
- καπόνους τέσσερεις καλοὺς κ’ ἕνα μερὶ βιδέλλο,
ἀπάκια καὶ λουκάνικα ἔχομεν ὅσα θέλω,- Φώσκολος, Μάρκος Αντώνιος,1597-1662, Φορτουνάτος :Κωμωδία ανέκδοτος /Μάρκου Αντωνίου Φώσκολου, το πρώτον εκ του αυτόγραφου του ποιητού εκδιδομένη υπό Στεφ. Ξανθουδίδου, εκδόσεις: ¨Ελευθερουδάκης¨, Αθήνα 1922, σελ. 164.
- καπόνους τέσσερεις καλοὺς κ’ ἕνα μερὶ βιδέλλο,
- ※ 17ος αιώνας Μάρκος-Αντωνίος Φώσκολος, Φορτουνάτος, έμμετρη κωμωδία γραμμένη με ιταλικό αλφάβητο, Πράξη Ε', στίχ. 69 (69-70) @anemi.lib.uoc.gr
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σελ. 782 VEDELO (coll' e aperta) - Boerio, Giuseppe (1867) Dizionario del dialetto veneziano (Λεξικό της βενετικής διαλέκτου), Βενετία: G. Cecchini. 3η έκδοση @books.google.
- ↑ vedèl στο βενετικό Βικιλεξικό
Πηγές
[επεξεργασία]- βιδέλο - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- σελ.116, Τόμος 4 & προσθήκες βελτιώσεις: βιδέλο σελ.270, Τόμος 10 - ⌘ Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Δάνεια από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ζώα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά κρητικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά κρητικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)