Μετάβαση στο περιεχόμενο

βιζόν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βιζόν < (οπτικό δάνειο) γαλλική vison. Περισσότερα στο vison#French στο αγγλικό Βικιλεξικό.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /viˈzon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βιζόν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βιζόν ουδέτερο άκλιτο

  1. (θηλαστικό ζώο) σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Μουστελίδων (κουνάβια, βίδρες, νυφίτσες κ.λπ.).
  2. το κατεργασμένο εμπορεύσιμο προϊόν της γούνας του ζώου
     δείτε και τη λέξη μινκ
  3. (επιθετικοποιημένο άκλιτο)
    παράδειγμα  Βρήκα στη ντουλάπα ένα μινκ παλτό της μαμάς μου.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]