βικιγράφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βικιγράφος βικιγράφοι
γενική βικιγράφου βικιγράφων
αιτιατική βικιγράφο βικιγράφους
κλητική βικιγράφε βικιγράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

βικιγράφος < αγγλικά, χαβανέζικα: wiki + -γράφος < wiki-author

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βικιγράφος αρσενικό ή θηλυκό και ουικιγράφος

  • (πληροφορική, αργκό) αρθρογράφος σε ιστότοπο μορφής γουίκι (κειμένων ανοιχτών προς διόρθωση-επέκταση και δημιουργία συνδεόμενων σελίδων)