βιλάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιλάρα οι βιλάρες
      γενική της βιλάρας
    αιτιατική τη βιλάρα τις βιλάρες
     κλητική βιλάρα βιλάρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιλάρα < βίλ(λ)(α) + μεγεθυντικό επίθημα -άρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιλάρα θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]