Μετάβαση στο περιεχόμενο

βιμπράτο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βιμπράτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική vibrato

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /viˈbɾa.to/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βιμπράτο ουδέτερο άκλιτο

  1. (μουσική) η ελαφρά διακύμανση ενός ήχου ή ενός μουσικού φθόγγου, που προκαλεί την αίσθηση ενός παλλόμενου ήχου ή μουσικού φθόγγου, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητά του. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στη φωνητική μουσική ή στη μουσική τζαζ
      ένα «ντο» που ανήκει σε μια μελωδία παιγμένη λεγκάτο, φορτίσιμο, με πολύ βιμπράτο, στην υψηλότερη περιοχή ενός βιολιού, διαφέρει από ένα «ντο» μιας άλλης μελωδίας παιγμένης στακάτο (Μουσικολογία, τομ. 1, εκδ. Οδυσσέας, 1986, σελ. 110)
  2. η τεχνική παραγωγής του παλλόμενου ήχου ή μουσικού φθόγγου
    αυτός ο μουσικός έχει ένα πολύ εκφραστικό βιμπράτο
  3. η ένδειξη στο σημείο μιας παρτιτούρας όπου πρέπει να παραχθεί παλλόμενος ήχος ή μουσικός φθόγγος

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]